Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΛΆΤΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΛΆΤΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

϶ϵ Πλάτων ¨Φαίδων¨ ή περί ψυχής ϶ϵ

       Δύο ή και περισσότερες αναρτήσεις σε μία, αφού εκτός από την περιγραφή - αφήγηση της ημέρας εκτέλεσης της θανατικής ποινής του Σωκράτη, έχουμε πάρα πολλές φιλοσοφικές αναφορές στην ψυχή, στο θείο και τους θεούς.
       Μια απολαυστική ανάρτηση, άχρηστη! για όσους ψάχνονται, αφού σίγουρα θα τα έχουν διαβάσει αυτά, αλλά πολύ ενδιαφέρουσα και ίσως η αιτία για περισσότερο ψάξιμο για όσους δεν έτυχε να ασχοληθούν εως τώρα.
       Εγώ πάντως παρότι τα έχω διαβάσει από βιβλία τα περισσότερα από αυτά, διάβασα όλη την ανάρτηση ξανά. Ρένα Νομικού σε ευχαριστώ για το link έστω και αν ήταν η αιτία να κάνω λιγότερες αναρτήσεις σήμερα! το ευχαριστήθηκα!!
Μάκης Αρμενιάκος  

϶ϵ Πλάτων ¨Φαίδων¨ ή περί ψυχής ϶ϵ

Πρόσωπα διαλόγου, ο Σωκράτης και οι μαθητές του: Κέβης, Σιμμίας (Πυθαγόρειοι από την Θήβα), Κρίτων, συνομήλικος του Σωκράτη πολύ εύπορος, Φαίδων από την Ηλεία, η Ξανθίππη (γυναίκα του Σωκράτη), Ο Απολλόδωρος, ο Δήμιος που έδωσε το κώνειο και ο των ένδεκα υπηρέτης βουβά πρόσωπα στον διάλογο.
Ο Πλάτωνας δηλώνει καταφατικά ότι ήταν απών από αυτόν τον διάλογο. Ο ευθύς διάλογος γίνεται μεταξύ του Εχεκράτη και του Φαίδωνα στην Φλιούντα πόλη κοντά στο Άργος της Πελοποννήσου, και ο πλαγίως μεταδιδόμενος μεταξύ Σωκράτους και των μαθητών του μέσα στο δεσμωτήριο την τελευταία ημέρα της ζωής του, από τις πρωινές ώρες μέχρι την δύση του ηλίου που ακολούθησε και η πόση του κώνειου. 
Ο Εχεκράτης ρωτάει να μάθει λεπτομέρειες από το Φαίδωνα, για τις τελευταίες ημέρες του Σωκράτη. Επίσης τον ρωτάει τι έγινε πέρασες τόσος χρόνος από την ημέρα της καταδίκης μέχρι το κώνειο, και ο Φαίδωνας εξιστορεί.
«Άργησε να εκτελεστεί ο Σωκράτης διότι έτυχε την προηγούμενη ημέρα της δίκης, να είναι η ημέρα στεφάνωσης του ιερού πλοίου που έστελναν οι Αθηναίοι στην Δήλο. Ήταν το πλοίο με το οποίο ο Θησέας κάποτε είχε κατέβει στην Κρήτη. Ο Θησεύς είχε τάξει στον Απόλλωνα ότι εάν τα κατάφερνε, θα έστελνε κάθε χρόνο την θεωρία στην Δήλο, και αυτό έχει μείνει από εκείνα τα χρόνια. Ο νόμος λοιπόν λέει ότι από την στιγμή που αρχίζει αυτή η θεωρία (στιγμή που στεφανώνει ο ιερέας το πλοίο) και μέχρι να γυρίσει από την Δήλο η πόλη των Αθηνών θα πρέπει να παραμένει καθαρή, οπότε και δεν εκτελείται κανένας μέχρι να επιστρέψει.
Τα συναισθήματα στην ατμόσφαιρα ήταν περίεργα, από την μια λύπη για το γεγονός, αλλά από την άλλη ο ίδιος ο Σωκράτης φαινόταν ευτυχισμένος, πράγμα που το μετέδιδε στην παρέα, και γι αυτόν τον λόγο δεν με κυρίευε η λύπη, αλλά πάλι κάποιες στιγμές με κυρίευε πλήρως μια παράξενη διάθεση και μια ασυνήθιστη ανάμειξη χαράς και λύπης, και όλοι οι παρευρισκόμενοι είχαμε το ίδιο συναίσθημα, πότε γελάγαμε πότε κλαίγαμε.
Ο Σωκράτης δεν έμεινε μόνος τις ώρες του δεσμωτηρίου, εκεί ήταν ο Απολλόδωρος, ο Κριτόβουλος μαζί με τον πατέρα του, ο Κρίτων, ο Ερμογένης, ο Επιγένης, ο Αισχίνης, ο Αντισθένης, ο Κτήσιππος ο Παιανεύς, ο Μενέξενος, και μερικοί άλλοι από τους ντόπιους. Από τους ξένους ήταν ο Σιμμίας και ο Κέβης από την Θήβα, ο Φαιδωνίδης από τα Μέγαρα, ο Ευκλείδης και ο Τεριγίων. Από την πρώτη ημέρα στο δεσμωτήριο τον επισκεπτόμασταν, μαζευόμασταν έξω από το δεσμωτήριο όλοι μαζί και περιμέναμε να μπούμε να τον επισκεφθούμε. Μέχρι να ανοίξει καθόμασταν και συζητούσαμε γιατί αργούσαν λίγο να ανοίξουν. Όταν άνοιγαν μπαίναμε και πηγαίναμε κοντά στον Σωκράτη, και τον περισσότερο χρόνο της ημέρας τον περνούσαμε εκεί, όλοι μαζί. Την τελευταία ημέρα μαζευτήκαμε νωρίτερα γιατί την προηγούμενη όταν βγήκαμε για να πάμε σπίτια μας μάθαμε ότι γύρισε το πλοίο. Και ενώ συνήθως ο φύλακας μας άφηνε να μπούμε νωρίτερα εκείνη την ημέρα μας είπε να περιμένουμε διότι οι ένδεκα λύνουν τις αλυσίδες και δίνουν την εντολή για την εκτέλεση.

Μόλις μπήκαμε είδαμε την Ξανθίππη να κάθεται δίπλα του κρατώντας το μικρός τους παιδί. Μόλις η Ξανθίππη μας αντίκρισε φώναξε και είπε «Σωκράτη, οι φίλοι σου θα σε χαιρετήσουν για τελευταία φορά, και συ αυτούς.» Ο Σωκράτης είπε στον συνομήλικο φίλο και μαθητή του Κρίτωνα «ας την συνοδεύσει κάποιος στην οικεία τους.» Τότε οι άνθρωποι του Κρίτωνος ανέλαβαν να την πάνε σπίτι τους ενώ εκείνη θρηνούσε.
Ο δε Σωκράτης σηκώθηκε και ανακάθισε στην κλίνη, λύγισε το πόδι του και το έτριβε εκεί που ήταν οι αλυσίδες, και καθώς το έτριβε είπε: «πόση παράξενη σχέση έχει το ευχάριστο με το αντίθετο του το δυσάρεστο, και όταν κάποιος απολαμβάνει το ένα σχεδόν είναι αναγκασμένος να λάβει και το άλλο, σαν να είναι δυο διαφορετικά πράγματα ενωμένα από την ίδια κορυφή» και μου φαίνεται είπε: «αν τα είχε καταλάβει αυτά ο Αίσωπος θα συνέθετε μύθο πως ο θεός θέλοντας να τα συμφιλιώσει επειδή πολεμούσαν μεταξύ τους μια και που ήταν αδύνατον ένωσε τις κορυφές τους στο ίδιο σημείο, έτσι σε όποιον παρουσιαστεί το ένα θα ακολουθήσει και το άλλο. Έτσι ένοιωσα και εγώ πριν με τις 
αλυσίδες που ένοιωθα πόνο, τώρα ήρθε το επακόλουθο, η ευχαρίστηση της αποδέσμευσης.» Μετά ο Σωκράτης λέει ότι οι φιλόσοφοι δεν γίνεται να φοβούνται τον θάνατο αλλά να τον αψηφούν μεν, αλλά δεν είναι ορθόν να πηγαίνεις κανείς σε αυτόν με αυτοκτονία. Για κάποιους είναι καλύτερος ο θάνατος από την ζωή, αλλά δεν θεωρείται όσιο να ευεργετούν τον εαυτό τους με αυτόν τον τρόπο. Ο λόγος που δεν πρέπει να αυτοκτονούμε κατά την μυστική διδασκαλία (σημείωση: εδώ κάνει λόγο ο Σωκράτης στα Ελευσίνια Μυστήρια) ότι βρισκόμαστε σε μια φυλακή, η οποία είναι το σώμα μας, και δεν πρέπει να δραπετεύει (αυτοκτονεί) κανείς από εκεί από μόνος του. Διότι οι θεοί που μας φροντίζουν μας έδωσαν ζωή, επομένως εάν κάποιος αφαιρέσει αυτό που του έδωσαν οι θεοί δηλ την ζωή του χωρίς την συγκατάθεση των θεών πράττει αντίθετα των θεών, οπότε επιβάλλεται και η τιμωρία (σημείωση: αν εξετάσουμε τα πράγματα μαθηματικά συμβαίνει το εξής, οι θεοί (=φως, γνώση, σωστό, ορθότητα, αρμονία) δίνουν ζωή, εμείς μέσω της ελεύθερης βούλησης επιλέγουμε να κάνουμε το αντίθετο των θεών, δηλ να αφαιρέσουμε την ζωή μας, φυσικό και επόμενο είναι να οδηγηθούμε σε δρόμο αντίθετο των θεών δηλ των Α-θεών (= σκοτάδι, άγνοια, λάθος, στραβό, δυσαρμονία)).
Κανένας φιλόσοφος, είπε ο Σωκράτης, πιστεύει ότι θα φροντίσει καλύτερα τον εαυτό του εάν απελευθερωθεί από την επιστασία των θεών (λόγο γνώσεων τους και άγνοιά μας), δεν είναι λογικό να φεύγουμε μακριά από τον Δεσπότη, αλλά να πηγαίνουμε όσο το δυνατόν περισσότερο κοντά Του.
Ο Κέβης πήρε τον λόγο και συμφώνησε με τον Σωκράτη κε μετά ο Σιμμίας λίγο πολύ του είπαν να απολογηθεί για τα λεγόμενα του σαν σε δικαστήριο στο ότι τόσο εύκολα είναι διατεθειμένος να μας εγκαταλείψει για τους θεούς, και αυτός αποφάσισε να «απολογηθεί». Αν δεν πίστευα, λέει ο Σωκράτης, ότι θα πάω κοντά σε άλλους θεούς σοφούς και καλούς, και κοντά σε ανθρώπους που έχουν πεθάνει καλύτερους από τους εδώ, θα ήμουν άδικος να μην αγανακτώ για τον θάνατο μου, αλλά να είστε βέβαιοι ότι ελπίζω ότι θα φτάσω κοντά σε ανθρώπους αγαθούς.
Κρίτων για πες μου όμως αυτό που τόση ώρα θες να μου πεις, είπε ο Σωκράτης. «Τι άλλο Σωκράτη, από αυτό που μου λέει τόση ώρα ο δήμιος να σου πω, ότι καλό θα είναι να μιλάς όσο γίνεται λιγότερο, γιατί όσοι κατάδικοι που μιλούν πολύ, θερμαίνονται περισσότερο από ότι πρέπει, και έτσι εμποδίζουν την δράση του φαρμάκου και αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να πιούν δύο και τρείς φορές αν χρειαστεί για να δράσει. Ο Σωκράτης είπε «μην του δίνεις σημασία, και πες του να το φτιάξει και δυο και τρείς φορές αν χρειαστεί.» Ο Κρίτων απαντά «την περίμενα την απάντηση αυτή, αλλά με ενοχλούσε τόση ώρα με την επιμονή του.»
«Ο θάνατος δεν είναι τίποτα άλλο, παρά ο χωρισμός του σώματος από την ψυχή, το σώμα θα είναι χωριστά από την ψυχή μόνο του και η ψυχή χωριστά από το σώμα μόνο του» και συνεχίζει ο Σωκράτης λέγοντας: «Σας φαίνεται ότι είναι χαρακτηριστικό του φιλοσόφου να ενδιαφέρεται για τις σαρκικές ηδονές;» «καθόλου» απαντά ο Σιμμίας, «οπότε η φροντίδα και το ενδιαφέρον θα πρέπει να είναι προς στην ψυχή, διότι το σώμα είναι εμπόδιο, διότι οι αισθήσεις δεν είναι ακριβείς, ούτε ακούμε, ούτε βλέπουμε τίποτε με ακρίβεια, οπότε πρέπει να στραφούμε στην ψυχή για να αγγίξουμε την αλήθεια, μέσω της σκέψης λοιπόν θα προσπαθήσουμε να φανερώσουμε μέρος της πραγματικότητας. Σκέπτεται καλύτερα και ορθότερα κάποιος όταν δεν παρενοχλεί την σκέψη του ούτε άκουσμα, ούτε θέαμα, ούτε πόνος, ούτε ηδονή. Επομένως και στην εδώ ζωή ο φιλόσοφος που έχει στόχο να ανέβει, περιφρονεί το σώμα.»
Ο Σωκράτης απευθύνεται στον Σιμμία και τον ρωτάει αν δεχόμαστε ότι υπάρχει η δικαιοσύνη, η ομορφιά και το κάλλος, «ναι» απαντάει ο Σιμμίας, «Όμως έχεις δει με τα μάτια σου δηλ με τις σωματικές σου αισθήσεις όλα αυτά;» ρωτά ο Σωκράτης, «όχι ποτέ» απαντά ο Σιμμίας «ώστε λοιπόν όποιος προσεγγίσει όλα αυτά μέσω της νοήσεως, μπορεί να φτάσει στο κάθε τι, χωρίς να βάζει την οπτική εντύπωση ή άλλη σωματική αίσθηση στην σκέψη, αλλά με απόλυτη ειλικρίνεια προσπαθεί να προσεγγίσει την πραγματικότητα και την αλήθεια, και την πραγματική ουσία των όντων.», «πράγματι έτσι είναι» Λέει ο Σιμμίας, «Το σώμα μας 
οδηγεί σε αμέτρητες ασχολίες, όπως το να πρέπει να σπαταλήσουμε χρόνο για να βρούμε τροφή, αν μας χτυπήσει αρρώστια το πώς θα την απομακρύνουμε, οι επιθυμίες, οι φόβοι, οι διάφορες ψευδαισθήσεις γίνονται εμπόδια στο κυνήγι της εξέλιξης, και τους πολέμους δεν τους προκαλεί τίποτε άλλο από το σώμα και οι επιθυμίες του κι έτσι δεν έχουμε καιρό για να φιλοσοφήσουμε.» και συνεχίζει λέγοντας «Όσο θα είμαστε στην εδώ ζωή, θα πλησιάζουμε κατά το δυνατόν την γνώση αν δεν ζούμε προσκολλημένοι στο σώμα, να παραμένουμε καθαροί μέχρι που οι θεοί μας απαλλάξουν από αυτό, και όταν απαλλαγούμε από αυτό και την ανικανότητα και τον περιορισμό που μας δίνει, θα βρεθούμε μαζί με τέτοιες αλήθειες, και μόνοι μας θα γνωρίσουμε όλη την αντικειμενική πραγματικότητα. Και ίσως είναι αλήθεια το ότι δεν είναι θεμιτό το μη καθαρό να αγγίζει το καθαρό.» 
Εμβαθύνοντας στις ιδιότητες του φιλοσόφου ο Σωκράτης παρατηρεί ότι όλοι οι άνδρες, εκτός των φιλοσόφων, θεωρούν τον θάνατο μέγιστο κακό, αυτό σημαίνει ότι αυτοί (σε αντίθεση με τους φιλοσόφους) δείχνουν ανδρεία για να μην τους τύχει αυτό το κακό, δηλ ο θάνατος. Μα δεν είναι παράξενο να είναι κανείς ανδρείος από φόβο και δειλία προς τον θάνατο;
Απευθυνόμενος στον Σιμμία λέει πως η σωφροσύνη, η δικαιοσύνη και η ανδρεία είναι μέσο κάθαρσης, και ότι αυτοί που καθιέρωσαν τα αρχέγονα μυστήρια (Ελευσίνια κτλ) μας υποδεικνύουν από παλιά, ότι όποιος φτάσει στον Άδη αμύητος στα μυστήρια και αμέτοχος στις τελετές, θα κείτεται μέσα στην λάσπη του Άδη, ενώ αυτός που έχει καθαρίσει και εξαγνίσει την ψυχή του θα κατοικήσει με τους θεούς.
Ο Κέβης αναρωτιέται, όταν κάποιος πεθάνει, επομένως η ψυχή αποκολληθεί από το σώμα, μήπως η ψυχή βγει σαν αέρας ή καπνός και σκορπίσει και πουθενά πια δεν θα βρίσκεται πια; Γιατί αν δεν συμβαίνει αυτό και κάπου πάει και υπάρχει, είναι καλό, αλλά έτσι είναι ή όχι;
Ο Σωκράτης ξεκινάει την σκέψη του με τα εξής λόγια προς τον Κέβη: « Ας μελετήσουμε τα πράγματα κάπως έτσι, κατά πόσον υπάρχουν ψυχές πεθαμένων στον Άδη ή όχι. Από την μια υπάρχουν στην μνήμη μας από παλιά (Ορφικοί, Πυθαγόρειοι) ότι υπάρχουν εκεί οι ψυχές, όταν φτάσουν από εδώ, και πάλι εδώ έρχονται και παίρνουν υπόσταση από τους νεκρούς. Αν ισχύει αυτό, το ότι δηλαδή από τους νεκρούς ξαναγίνονται οι ζωντανοί, σημαίνει ότι οι ψυχές βρίσκονται εκεί. Αν όμως δεν ισχύει αυτό θα πρέπει να πρέπει να ψάξουμε να βρούμε την πραγματικότητα.
«Δεν πρέπει να το βλέπουμε μόνο από την σκοπιά των ανθρώπων, αν θέλουμε να το αντιληφθούμε καλύτερα, αλλά και από των ζώων, και των φυτών και εν γένει όσων έχουν γέννηση.
Ας δούμε τώρα αν όλα γίνονται από τα αντίθετα των αντιθέτων, δηλαδή αυτό του ωραίου με του άσχημου ως αντίθετο του, και το δίκαιο προς το άδικο κτλ. 
π.χ όταν κάτι γίνεται μεγαλύτερο, είναι ανάγκη να προέρχεται από κάτι που ήταν αντίθετο του, δηλ ήταν μικρότερο προηγουμένως. Αναλόγως αν γίνεται μικρότερο, θα ήταν πριν μεγαλύτερο. Το ίδιο συμβαίνει με το ισχυρότερο και το ασθενέστερο, με το βραδύτερο και το γρηγορότερο, δικαιότερο και αδικότερο. Οπότε καταλήγουμε πως όλα έτσι γίνονται, από τα αντίθετα τα αντίθετα.
επίσης από τα αντίθετα προέρχονται τα αντίθετα και το ένα γεννά το άλλο και στα εξής: στο ξύπνημα ο ύπνος, χωρισμός και ένωση, ψύξη και θέρμανση. Το αντίθετο λοιπόν της ζωής, όπως ακριβώς στο ξύπνημα ο ύπνος, είναι ο θάνατος. Άρα και το αντίθετο του θανάτου που γεννά είναι η ζωή, άρα οι ψυχές μας προϋπάρχουν αυτής της ζωής στον Άδη και από τον Άδη ξανά εδώ.
Αν λοιπόν τα αντίθετα δεν απέδιδαν τα αντίθετα τους πάντοτε σαν κυκλική περιφορά, και ήταν όλα μια ευθεία μονόδρομη. αλλά ούτε σχημάτιζε καμπύλη επαναφοράς προς στο αντίθετο, θα έπαυε η γένεση, διότι αν μεν η γραμμή ξεκινούσε από τον θάνατο δεν θα υπήρχε γένεση καθόλου, αν δε η γραμμή ξεκινούσε από την γένεση θα έφτανε στον θάνατο, θα κατέληγε εκεί και θα σταματούσε εκεί χωρίς να ξεκινήσει προς την γένεση του αντιθέτου δηλ την ζωή, εφόσον το αντίθετο δεν θα ανταπέδιδε το αντίθετο.»
Ο Κέβης συμφώνησε με τα λεγόμενα του Σωκράτη και το προχώρησε και ανέφερε κάτι που συνήθιζε να λέει ο Σωκράτης, ότι η μάθηση δεν είναι τίποτα άλλο από ανάμνηση, οπότε κάπου από το παρελθόν το έχουμε μάθει αυτά που τώρα θυμόμαστε, οπότε θα ήταν αδύνατον να συμβαίνει αυτό με τη ανάμνηση, αν δεν ήταν η ψυχή μας κάποτε κάπου αλλού πριν λάβει την παρούσα μορφή. Φαίνεται ακόμα από όλα αυτά ότι η ψυχή είναι αθάνατη.
Εφόσον ο Σωκράτης χρησιμοποιεί την μαιευτική μέθοδο με επιτυχία, σημαίνει ότι ο μαθητής θυμάται και απαντά μέσω της ανάμνησης, άρα τα γνώριζε προηγουμένως, άρα κάπου ήταν προηγουμένως η ψυχή μας. 
Στην συνέχεια ο Σωκράτης περνάει βαθύτερα στον ανθρώπινο νου και κατ επέκταση στην ανθρώπινη ψυχολογία(!) και παρατηρεί ότι αυτή η ανάμνηση λειτουργεί και αντίθετα, δηλαδή αν δούμε έναν πίνακα ζωγραφικής που απεικονίζει ένα άλογο το μυαλό μας θα ανατρέξει σε κάποιον άνθρωπο πχ παππού μας που είχε άλογο όταν εμείς ήμασταν μικροί και το έχουμε μέσα μας σαν ανάμνηση. Είναι δυνατόν να βλέπουμε ένα άλογο και να σκεπτόμαστε έναν άνθρωπο; Άρα η ανάμνηση γίνεται από όμοια πράγματα ή και από ανόμοια. 
Ο Σωκράτης συνεχίζει να βαθαίνει το ερευνητικό του ταξίδι στον ανθρώπινο νου και παρατηρεί ότι έχοντας την ανάμνηση ομοίων, κατ ανάγκη ο νους μας συγκρίνει ομοιότητες και ανομοιότητες, άρα σε κάποιο σημείο του εγκεφάλου υπάρχει το σημείο που κάνει το «μέτρημα» ή αλλιώς τον «υπολογισμό» για να αποδώσει «αίσθηση ίσου-ισορροπίας» (κατ επέκταση του άνισου δηλ μεγαλύτερου και μικρότερου) [σημείωση σκεφτείτε ανάλογα: σχέση hardware, CPU και software]
Τα αισθητήρια (όραση, ακοή, αφή κτλ) απλά και μόνο στέλνουν το σήμα στον εγκέφαλο με τα δεδομένα, ο εγκέφαλος είναι αυτός που τα επεξεργάζεται. Ο «υπολογισμός» γίνεται μέσω της «αίσθησης 
του ίσου-ισορροπίας» [σημείωση: σαν το DVD (optical driver) που «διαβάζει» και στέλνει τα δεδομένα στον επεξεργαστή για calculations για να φτάσουμε σε κάποιο αποτέλεσμα κάποιας εφαρμογής].
Καταλήγει ο Σωκράτης στο συμπέρασμα ότι ο εγκέφαλος πριν γεννηθούμε έχει ήδη στην διάθεση του αυτό που λέγεται «μέτρηση – αίσθηση του ίσου», και εφόσον οι αισθήσεις μας (που αποκτήσαμε μετά την γέννηση μας) δεν μετρούν αυτές το ίσο, απλά αυτές μεταφέρουν τα δεδομένα στον εγκέφαλο για να τις μετρήσει αυτός, από πού έμαθε ο εγκέφαλος να μετράει;;;;
Άρα πριν αρχίσουμε να βλέπουμε και να ακούμε, έπρεπε από κάπου αλλού να έχουμε αποκτήσει της γνώση της ισότητος.
Στην ανάμνηση στηρίζεται η μαιευτική μέθοδος. Μέσω αυτής της μεθόδου ο Σωκράτης «ξεγεννάει» τις ήδη υπάρχουσες ιδέες – γνώσεις, αναδύονας τις από το υποσυνείδητο στο συνειδητό. Η δυσκολία αυτή της ανάδυσης που παθαίνει κάποιος αντιστοιχεί με τους πόνους της γέννας. 
Ψυχή (άυλο) = αόρατη = νοητό = εξέλιξη προς το θείον
Το μέσον είναι η φιλοσοφία
Σώμα (ύλη) = ορατό = αισθητό = απομάκρυνση από το θείον
Το μέσον είναι οι αισθήσεις
Για τους ανθρώπους υπάρχουν δύο δρόμοι: της ψυχής και του σώματος (δρόμος της αρετής και της κακίας).
Αυτοί που επιλέγουν (μέσω των πράξεων πάντα) τον δρόμο της ψυχής (αρετής) απαλλάσσονται εκ των πραγμάτων από το αντίθετο της, δηλαδή το υλικό σώμα. Η ψυχή αυτή είναι απαλλαγμένη από υλικές αδυναμίες όπως πλάνη, ανοησία, 
φόβους, ανθρώπινες μικρότητες (κακίες), όπως λέγεται κατά την μαρτυρία των μυημένων στα Ελευσίνια (81 a).
Οι άνθρωποι που επέλεξαν την οδό της ψυχής έχουν ήδη προπαρασκευάσει την ψυχή τους να δεχθεί την νέα κατάσταση του θείου που είναι όμοια με την επιλογή του θνητού τους βίου, οπότε φτάνοντας εκεί είναι ευτυχής, διότι δεν έχουν τίποτα να τους τραβάει πίσω.
Αυτοί που επιλέγουν το σώμα, αντιτίθενται αυτόματα σε κάθε τι φιλοσοφικό και προσκολλούνται στις υλικές απολαύσεις. Αυτοί θα έχουν δύσκολο θάνατο επειδή η ψυχή δεν θα θέλει να αποκολληθεί από το σώμα, διότι το φρόντιζε πάντα επίμονα. 
Το σώμα αυτό είναι ασήκωτο και βαρύ, γαιώδες και ορατό, έχοντας ανάλογη ψυχή μετά τον θάνατο. Η ψυχή αυτή καταντά βαριά να σέρνεται πάλι στον ορατό τόπο, να κατρακυλάει σαν σκιώδη φάντασμα κοντά σε τάφους και μνήματα επειδή δεν λυτρώθηκε με καθαρμό, μετέχει του ορατού γι αυτό και βλέπεται…
Αυτές οι ψυχές δεν είναι ενάρετων αλλά φαύλων οι οποίες (αυτό)τιμωρούνται για τον κακό βίο τους. Η σωματική επιθυμία που τις ακολουθεί τις κάνει να περιπλανώνται σε τάφους και μνήματα λόγω έντονης επιθυμίας των να ενωθούν πάλι με σώμα. Και όταν κάποτε έρθει πάλι η ώρα να ενωθούν με σώμα, τα ήθη θα είναι πάλι ανάλογα με εκείνα που είχαν προτού αποχωρισθούν.
Τα ήθη αυτών που τους ευχαριστούσε η λαιμαργία και η αδιαντροπιά , το ποτό και η ασέβεια, είναι φυσικό και επόμενο να πάρουν μορφή γαιδάρων, αυτοί πάλι που έδειξαν προτίμηση σε αδικίες, αρπαγές και τυραννίες θα ενταχθούν στα γένη των Γερακιών, των Λύκων κτλ. 
Οι άνθρωποι πάλι που άσκησαν την κοινωνική αρετή επειδή έτυχε να γεννηθούν σε μια κατάσταση ανάλογη, απλά επειδή έτσι τους τα μάθανε και μείνανε στάσιμοι χωρίς εξέλιξη, θα μετέχουν σε 
γένος κοινωνικό όπως οι μέλισσες ή τα μυρμήγκια, ή μπορεί και πάλι σε ανθρώπινο είδος, πράγμα που δεν φέρνει ευτυχία.
Στο γένος όμως των θεών, κάποιος που δεν φιλοσόφησε και δεν έφυγε ολοκάθαρος δεν είναι δίκαιο και ορθόν να καταλήξει, παρά μόνον ο φιλόσοφος ο οποίος νίκησε τις επιθυμίες-αδυναμιες της ύλης (του σώματος), δεν φοβήθηκε την φτώχια, δεν φοβήθηκε την κοινή περιφρόνηση ούτε και την αδοξία της κοινωνικής θέσης.
Κάθε ηδονή ή λύπη, είναι ένα καρφί που καρφώνει την ψυχή στο σώμα. Επομένως η ψυχή ταυτίζεται με το σώμα, και το σώμα τον αναγκάζει να νομίζει ότι είναι αληθινά μόνο αυτά που παραδέχεται το σώμα.»
Οι παρευρισκόμενοι θέλουν να ρωτήσουν και άλλα τον Σωκράτη για το επέκεινα αλλά διστάζουν διότι φοβούνται ότι είναι δυσάρεστο λόγω της παρούσης συμφοράς του. Ο Σωκράτης γελάει και τους λέει ότι πολύ δύσκολα θα έπειθε πολύ δύσκολα τρίτους ότι δεν νοιώθει καμιά συμφορά για την καταδίκη του, όταν δεν πείθει τους ίδιους τους συνομιλητές του. Παρομοιάζει τον εαυτό του σαν τον κύκνο που αντιλαμβάνεται τον θάνατο του σαν ιερός μάντης του Απόλλωνα και τραγουδά (κύκνειο άσμα). Τους ενημερώνει ότι επειδή οι άνθρωποι φοβούνται τον θάνατο παρερμηνεύουν το άσμα του κύκνου ως θρήνο, ενώ αντιθέτως ο κύκνος τραγουδά επειδή ήρθε η ώρα του να μεταναστεύσει κοντά στον θεό τον οποίο υπηρετεί [σημείωση: Οι κύκνοι θεωρούνταν ιερά πουλιά του Απόλλωνα διότι είχαν μαντική ικανότητα, αυτή του να αντιλαμβάνονται ότι πρόκειται να πεθάνουν]. Τους παροτρύνει να παρατηρήσουν το ότι τα πουλιά ποτέ δεν κελαηδούν όταν πεινάνε ή όταν κρυώνουν ή από ότι άλλο αρνητικό, τραγουδάνε όμως από χαρά. 
Τους δηλώνει ο Σωκράτης το εξής: «Εγώ νομίζω πως είμαι αφιερωμένος του ίδιου με τους κύκνους θεού, και δεν μου δίδαξε την μαντική ικανότητα σε κατώτερο βαθμό από εκείνους.»
Ο Σιμμίας όμως δεν είναι ικανοποιημένος από τα επιχειρήματα του Σωκράτη, το ίδιο συμβαίνει και με τον Κέβη. Τους ρώτησε λοιπόν ο Σωκράτης σε ποιο σημείο δεν συμφωνούν. Ο Σιμμίας παραλληλίζει τα λεγόμενα του Σωκράτη με το παράδειγμα της λύρας. Ότι δηλαδή η αρμονία είναι αόρατη, ασώματη, ωραία και θεία. Από την άλλη η Λύρα ορατή, υλική και έχει συγγένεια με τα θνητά πράγματα. «αν σπάσουμε, Σωκράτη, την λύρα, δεν θα μπορεί να παράξει αρμονία (μουσική), οπότε θα ήταν αβάσιμο να υποστηρίξουμε ότι η αρμονία δεν έχει χαθεί αλλά παραμένει [σημείωση 1: Λύρα = σώμα, αρμονία = ψυχή]
[σημείωση 2: το βλέπει από «μικρό» πρίσμα… Η αρμονία υπάρχει συνολικά στην αρμονία του Δημιουργού και πριν την λύρα και μετά. Μέσω της Λύρας μπορούμε να παράξουμε ένα περιορισμένο φάσμα αρμονίας από αυτή που υπάρχει πραγματικά, και είναι ένας μέσο προσέγγισης και κατανόησης του θείου κατά τους Πυθαγόρειους]
Ο Σωκράτης απευθυνόμενος στον μικρότερο μαθητή του τον Φαίδωνα λέει: « θα ήταν θλιβερό το πάθημα αν υπήρχε λόγος αληθινός και ασφαλής που δεν είναι αδύνατον να τον κατανοήσουμε, κι όμως λόγω των συζητήσεων κάποια ίδια πράγματα άλλοτε φαίνονται αληθινά και άλλοτε όχι, να μην κατηγορήσουμε τον εαυτό μας και την ανικανότητα μας που δεν κατανοήσαμε, αλλά να τα ρίξουμε κάπου αλλού και θα περάσουμε την ζωή μας χωρίς την αλήθεια και την γνώση των όντων. [δηλαδή: η πραγματικότητα και η αλήθεια είναι μια, εμείς είμαστε σε γνωστικό επίπεδο τέτοιο που να μπορέσουμε να την κατανοήσουμε;] και συνεχίζει και λέει: « για να φυλαχτούμε λοιπόν από αυτό το πάθημα, να μην αφήσουμε να περάσει η ιδέα ότι κανείς από τους συλλογισμούς δεν είναι βάσιμος, αλλά ότι ακόμα είμαστε ανώριμοι. Υπάρχουν πολλοί όμως, που επιχειρηματολογούν με σκοπό να θεωρηθούν σωστά αυτά που υποστηρίζουν από τους παρόντες και όχι προς την πραγματικότητα, και επειδή μπορεί να έχω πέσει σε αυτό το σφάλμα μην συμφωνήσετε με μένα λόγω της κατάστασης, αλλά όπου διαφωνείτε φέρτε επιχειρήματα για να το εξετάσουμε για να μην εξαπατηθούμε όλοι μαζί γιατί ο στόχος μας είναι η αλήθεια και όχι να εξαπατηθώ εγώ, και φεύγοντας σαν μέλισσα αφήσω το κεντρί μου μέσα σας. Βέβαια εγώ δεν προσπαθώ να φανούν 
αληθινά αυτά που υποστηρίζω για να πείσω τους παρόντες, αλλά πάλι αν μεν συμβαίνει να είναι αλήθεια όλα αυτά, είναι συμφέρον να πεισθώ, αν πάλι δεν είναι, θα είμαι λιγότερο αντιπαθητικός στους παρόντες με το να μην οδύρομαι όλο αυτό το διάστημα του θανάτου μου.»
Ο Σιμμίας και ο Κέβης έχουν πεισθεί ότι η ψυχή κάπου προϋπήρχε εφόσον είναι ολοφάνερο ότι η μάθηση είναι ανάμνηση, αλλά δεν έχουν πεισθεί ότι η ψυχή μετά το τέλος παραμένει και δεν χάνεται.
Ο Σιμμίας υποστήριξε ότι η αρμονία (μουσική) είναι σύνθετο πράγμα, και ότι η ψυχή είναι αρμονία (μουσική) που σύγκειται από τις τάσεις του σώματος.
Ο Σωκράτης ξεκινά από το πρώτο, ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρχει συνθεμένη αρμονία (μουσική) πριν από την ύπαρξη των στοιχείων από τα οποία έπρεπε να συντεθεί, δηλαδή η ψυχή που συμφώνησαν ότι προϋπάρχει δεν μπορεί να είναι συνθεμένη με το σώμα που ΘΑ υπάρξει.
Μετά περνάει στο να δώσει τον μηχανισμό της αρμονίας: «δεν γίνεται η αρμονία να είναι διαφορετική από τα στοιχεία που την αποτελούν, άρα δεν είναι δυνατόν να κάνει ή να πάθει κάτι διαφορετικό από αυτό που κάνουν ή παθαίνουν στοιχεία. Δεν γίνεται λοιπόν να προηγείται η αρμονία των στοιχείων αλλά τα στοιχεία της αρμονίας, άρα είναι και επίσης αδύνατον η αρμονία να κινηθεί αντίθετα των στοιχείων της.
Η αρμονία είναι εκ φύσεως σε αντιστοιχία με τον τρόπο που θα ρυθμιστεί. Δηλαδή εάν εναρμονισθεί περισσότερο και σε μεγαλύτερο βαθμό, θα ήταν ανώτερη ποιοτικά και ποσοτικά, αν σε λιγότερο και μικρότερο βαθμό θα ήταν κατώτερη πράγμα που σημαίνει ότι μια ψυχή θα είναι με νου και αρετή, ενώ μια άλλη ανόητη και μοχθηρή.
Η ψυχή λοιπόν δεν μπορεί να είναι αρμονία, διότι διακρίνονται σε καλές και κακές, δηλαδή αρμονικές και δυσαρμονικές. Αν ίσχυε 
αυτό που υποστήριξες τότε καμία ψυχή, εφόσον θα ήταν αρμονική, δεν θα ήταν κακή, οπότε και αυτές των ζώων θα ήταν όλες καλές, πράγμα που δεν ισχύει.
Στην συνέχεια ο Σωκράτης μας δίνει στοιχεία για την ανατομία του ανθρώπινου σώματος (98 c) αναφέροντας ότι το σώμα αποτελείται από κόκκαλα και νεύρα, τα μεν κόκκαλα είναι στερεά, διαθέτουν όρμους που τα χωρίζουν το ένα από το άλλο, τα δε νεύρα είναι τέτοια που τεντώνονται και χαλαρώνουν (είναι δηλ ελαστικά), τα οποία τα περιβάλλουν τα κόκκαλα μαζί με τις σάρκες, και το δέρμα τα συγκρατεί αυτά. Καθώς τα κόκκαλα κινούνται, τα νεύρα χαλαρώνουν και τεντώνουν ώστε να λυγίζουν τα μέλη, και έτσι μπορούμε και καθόμαστε κτλ.
[από τον στίχο 100c μέχρι τον 105 e ο Σωκράτης αποδεικνύει με απόλυτο μαθηματικό τρόπο ότι η ψυχή είναι αθάνατη]
Εφόσον λοιπόν η ψυχή είναι αθάνατη, έχει ανάγκη φροντίδας, όχι μόνο για τον χρόνο που ονομάζουμε ζωή, αλλά και τον συνολικό χρόνο που ονομάζουμε αιωνιότητα. Τώρα λοιπόν φαίνεται ο κίνδυνος αν κάποιος την παραμελήσει… γιατί αν με τον θάνατο χανόντουσταν όλα γενικώς, θα ήταν ένα ανέλπιστο δώρο για τους κακούς.
Η ψυχή κατεβαίνοντας στον Άδη, δεν έχει τίποτα άλλο από την παιδεία και την ανατροφή που της έμεινε από τον βίο της, τα οποία αναλόγως του βίου την ωφελούν ή την βλάπτουν. Όταν κάποιος πεθάνει, ο Δαίμονας του (Δαίμον - δαήμον = γνώστης, εξού και το αδαής) που με βάσει τις πράξεις του εν ζωή διαλέγει, αναλαμβάνει να τον οδηγήσει σε κάποιον τόπο που συγκεντρώνονται όλες οι ψυχές μετά την δίκη για να πορευθούν στον Άδη, με οδηγό εκείνον. Αφού μείνουν εκεί όσο χρόνο πρέπει, κάποιος άλλος Δαίμονας τους φέρνει πάλι πίσω, μετά από μακρές και πολλές χρονικές περιόδους.
Οι μη ενάρετες (ακάθαρτες) ψυχές έχουν μια βραδύτητα (διότι ήταν και είναι προσκολλημένες στην ύλη) στο να ακολουθήσουν τον δαίμονα οδηγός τους. Τις αποφεύγουν όλες οι υπόλοιπες (καθαρές 
και μη) όπως αποφεύγονται και από τους ίδιους τους οδηγούς Δαίμονες τους. Καταλήγουν να περιπλανώνται μέχρι το πλήρωμα των χρόνων, που με την συμπλήρωση των πηγαίνουν αναγκαστικά στην κατοικία που τους πρέπει. Οι Ενάρετες ακολουθούν τον Δαίμονα οδηγό τους χωρίς πρόβλημα, βρίσκουν συνταξιδιώτες και οδηγούς τους θεούς και εγκαθίστανται στον τόπο που τους ταιριάζει. Οι τόποι της γης είναι θαυμάσιοι και δεν είναι όπως κάποιοι νομίζουν, καθώς κάποιος με έχει πείσει με τους λόγους του.
Τότε ο Σιμμίας παροτρύνει τον Σωκράτη να μιλήσει για την γη
«έχω πειστεί λοιπόν, είπε ο Σωκράτης, ότι πρώτον αν είναι στην μέση του ουρανού, και είναι και στρογγυλή, δεν χρειάζεται καθόλου τον αέρα ούτε καμιά άλλη υποστήριξη για να μην πέσει, αλλά είναι σε θέση να την κρατάει σταθερά η ομοιογένεια του κόσμου αυτού σε κάθε διεύθυνση, όπως και η ίδια η ισορροπία της. Γιατί όταν κάτι που ισορροπεί τοποθετηθεί στο κέντρο ενός άλλου ίδιου σχήματος, δεν μπορεί να γέρνει λίγο ή πολύ προς την μια κατεύθυνση, έτσι μένει ακίνητο στην ίδια κατάσταση. 
Ακόμη ότι είναι πελώρια και ότι εμείς κατοικούμε, από τον Φάση ποταμό μέχρι τις Ηράκλειες στήλες (Κολχίδα μέχρι Γιβραλτάρ), δηλαδή σε ένα μικρό κομμάτι της, σαν τους βατράχους που μένουν γύρω από την θάλασσα. Ακόμα υπάρχουν και άλλοι τόποι που κατοικούν πολλοί άλλοι άνθρωποι. Γιατί υπάρχουν περί της γης πολλές κοιλότητες με διάφορες μορφές και μεγέθη, που έχει μαζευτεί νερό αέρας και ομίχλη. Η ίδια η γη είναι καθαρή στην μέση καθαρού κόσμου όπου είναι και τα άστρα που κάποιοι το ονομάζουν Αιθέρα (σημείωση: Ο ουράνιος θόλος ήταν ο αέρας από την γη μέχρι τα σύννεφα, και πάνω από τα σύννεφα ήταν ο αιθέρας με τα αστέρια, το οποίο εμείς σήμερα ονομάζουμε Διάστημα)
Υπάρχουν πολλές κοιλότητες λοιπόν και εμείς αγνοούμε ότι ζούμε σε κάποια από αυτές αλλά νομίζουμε ότι κατοικούμε στην 
επιφάνεια της και τον αέρα τον ονομάζουμε ουρανό με την ιδέα ότι αυτός είναι ο ουρανός που κινούνται τα άστρα. Λόγω της ανικανότητας μας και της αδυναμίας μας δεν είμαστε σε θέση να διασχίσουμε τον αέρα μέχρι τέρμα επάνω, γιατί αν κανείς έφτανε στην κορυφή θα έβλεπε καθαρά σηκώνοντας το κεφάλι του, όπως ακριβώς τα ψάρια της θάλασσας βγάζοντας το κεφάλι τους βλέπουν τα εδώ. Έτσι θα μπορούσε κανείς να δει καθαρά τον έξω κόσμο (Αιθέρα δηλ Διάστημα), και αν η φύση μας ήταν ικανή να αντέξει το θέαμα, θα καταλάβαινε ότι εκείνος είναι ο πραγματικός ουρανός και το φως το αληθινό και την πραγματική γη.
Λέγεται λοιπόν, συνεχίζει ο Σωκράτης, ότι η γη είναι, αν την έβλεπε κανείς από ψηλά, σαν τις σφαίρες (σφαίρες επίσκυρου δηλ μπάλες ποδοσφαίρου) εκείνες που είναι καμωμένες από δώδεκα κομμάτια διαφορετικά δέρματα. Δηλαδή είναι πολύχρωμη σφαίρα και τα μέρη της ξεχωρίζουν από τα χρώματα που έχει το καθένα, και τα χρώματα που χρησιμοποιούν οι ζωγράφοι μας εδώ δεν είναι παρά απομιμήσεις εκείνων των χρωμάτων. Από κει λοιπόν βλέπουμε ότι η γη είναι χρωματισμένη απ αυτά τα χρώματα, που είναι πιο λαμπερά και καθαρά από τα εδώ. Οι κοιλότητες παίρνουν μια απόχρωση λαμπρή μέσα στην ποικιλία των άλλων χρωμάτων ώστε να δίνει εντύπωση ενιαίας εικόνας πολύχρωμης.
Στην συνέχεια ο Σωκράτης κατά πάσα πιθανότητα, περιγράφει αυτό που εμείς σήμερα το γνωρίζουμε ως παράδεισο και αργότερα αυτό που εμείς σήμερα γνωρίζουμε ως κόλαση.
Αυτή λοιπόν η γη είναι στολισμένη με διάφορα πετράδια και ωραία χρώματα, και ακόμα με χρυσάφι ασήμι και άλλα παρόμοια ώστε να είναι απόλαυση καλότυχων θεατών η θέα τους. Επάνω της υπάρχουν ζώα και άνθρωποι που άλλοι κατοικούν στην μέση της γης και άλλοι γύρω, και περιβάλλονται από αέρα όπως εμείς κοντά σε θάλασσα, άλλοι σε νησιά που τα περιβάλλει αέρας και είναι κοντά στην στεριά. Ότι είναι για εμάς το νερό και η θάλασσα για τις ανάγκες μας, είναι για εκείνους ο αέρας. Ο δε δικός μας αέρας είναι για εκείνους ο αιθέρας.
Οι εποχές του έτους έχουν τόσο καλό κλίμα ώστε δεν αρρωσταίνουν και ζουν περισσότερα χρόνια από τους εδώ, και στην ακοή και στην όραση και στην φρόνηση και σε όλα υπερέχουν από εμάς. Έχουν ακόμα άλση των θεών και ιερά, στα οποία πραγματικά κατοικούν θεοί, οι θεοί μιλάνε μαζί τους, δίνουν χρησμούς και εμφανίζονται μπροστά τους. Με τον τρόπο αυτόν οι σχέσεις των ανθρώπων με τους θεούς είναι στενές.
Ανάμεσα στα χάσματα της γης, υπάρχει ένα που είναι το μεγαλύτερο και διαπερνά όλη την γη από την μια άκρη έως την άλλη άκρη, και αυτό εννοούσε ο Όμηρος όταν είπε: «Πολύ μακριά, εκεί όπου υπάρχει κάτω από την γη το πιο βαθύ βάραθρο» (Ιλιάδα Θ 14) το οποίο αλλού και εκείνος και άλλοι ποιητές το ονομάζουν Τάρταρον.
Υπάρχουν εκεί πολλά ρεύματα και ανάμεσα σε όλα υπάρχουν τέσσερα ρεύματα. Το μεγαλύτερο κυλάει κυκλικά στον πιο απομακρυσμένο κύκλο γύρω από την γη, ο καλούμενος Ωκεανός. Απέναντι και σε αντίθετη φορά κυλάει ο Αχέρων που περνάει μέσα από ακατοίκητους τόπους και φτάνει στην Αχερουσία λίμνη, όπου φτάνουν οι ψυχές των πολλών πεθαμένων, και αφού παραμείνουν κάποιο χρονικό διάστημα, καθορισμένο από την ειμαρμένη (ειμαρμένη < αρχαία ελληνική "μείρομαι" (παίρνω το μερίδιό μου)), άλλες περισσότερο άλλες λιγότερο, στέλνονται για τις γενέσεις των ζώων. Ένας τρίτος ποταμός που πηγάζει από τους άλλου δυο λέγεται Πυριφλεγέθοντας που ήταν φλεγόμενος, και ο Κωκυτός όπου θρηνούσαν για συγχώρεση η αμαρτωλές ψυχές. 
Είναι τέτοια η φύση του κάτω κόσμου. Όταν φτάσουν οι ψυχές εκεί που τους φέρνει ο δαίμονας του την κάθε μια, με δίκη θα ξεχωρίσουν αυτές που έζησαν με ευσέβεια και αρετή με αυτές που έζησαν στην αμαρτία. Οι ενάρετες θα πάνε στον Αχέροντα θα επιβιβαστούν επάνω στις βάρκες και θα πάνε στην λίμνη για εξαγνισμό για τα μικρό αδικήματα που διέπραξαν και αφού καθαριστούν θα είναι πια ελεύθερες και θα απολαμβάνουν πια τιμές για τις ευεργεσίες τους, η κάθε μια σύμφωνα με την αξία τους. Οι ψυχές που κουβαλάνε βαρύ φορτίο αμαρτίας και θεωρηθούν 
αθεράπευτοι, η μοίρα που τους πρέπει είναι να ριχθούν στον Τάρταρον από όπου και δεν βγαίνουν ποτέ (δηλαδή οριστική καταδίκη της ψυχής εξάπαντος). Αυτές οι ψυχές που θα κριθούν ότι διέπραξαν μεγάλα μεν αδικήματα αλλά μπορούν να θεραπευτούν, θα πέσουν μεν στον Τάρταρον, αφού όμως πέσουν και περάσουν εκεί κάποιο χρονικό διάστημα (αναλόγως πόσο χρειάζεται για την θεραπεία) τους βγάζει έξω το κύμα, τους βαρύτερα αμαρτωλούς ο Κωκυτός τους δεν λίγο ελαφρύτερα ο Πυριφλεγέθοντας. Μεταφερόμενοι λοιπόν από τους δυο ποταμούς φτάνουν στην Αχερουσία λίμνη, καλούν αυτούς που σκότωσαν ή αδίκησα ή ότι άλλο και τους παρακαλούν να τους επιτρέψουν να περάσουν την λίμνη. Αν τους πείσουν περνούν και τελειώνουν τα βάσανα τους, αν δεν τους πείσουν επιστρέφουν πάλι με τον ίδιο τρόπο στον Τάρταρον. Αυτό συνεχίζεται μέχρι να τους πείσουν.
Αυτές όμως οι ψυχές που κρίθηκαν ως ξεχωριστές σε ευσέβεια, και εξαγνίστηκαν με την φιλοσοφία, ελευθερώνονται και απαλλάσσονται από αυτούς εδώ τόπους της γης που είναι σαν φυλακές. Φεύγουν κατ ευθείαν για επάνω, ζουν τον υπόλοιπο χρόνο εντελώς ασώματοι και φτάνουν σε τόπους διαμονής πολύ καλύτερους, που δεν είναι εύκολο να περιγράψουμε. 
Γι αυτούς τους λόγους Σιμμία, λέει ο Σωκράτης, πρέπει να κάνουμε τα πάντα, ώστε να μετάσχουμε στην αρετή και την φρόνηση σε όλη μας την ζωή, γιατί το έπαθλο είναι ωραίο και ελπίδα μεγάλη.
Για όλους αυτούς τους λόγους ο άνθρωπος πρέπει να έχει εμπιστοσύνη στην ψυχή του, που σε όλη την διάρκεια της ζωής του αδιαφόρησε για τις σωματικές ηδονές και στολίδια, επειδή τα θεωρούσε ξένα, αντιθέτως επεδίωξε τις ηδονές της μάθησης και στόλισε την ψυχή του με τα δικά της στολίδια και όχι με ξένα, δηλαδή με Σωφροσύνη, Δικαιοσύνη, Ανδρεία, Ελευθερία και ΑΛΗΘΕΙΑ. Με αυτήν την προετοιμασία περιμένει την πορεία προς τον Άδη, για να πάει όταν το επιβάλλει η ειμαρμένη (πεπρωμένο).
Εσείς λοιπόν Σιμμία, Κέβη και οι υπόλοιποι, αργότερα θα κάνετε αυτή την πορεία. Εμένα όμως με καλεί η ειμαρμένη, και είναι σχεδόν η ώρα μου να κατευθυνθώ στο λουτρό, γιατί είναι καλύτερα 
αφού λουσθώ να πιώ το φάρμακο, για να μην βάλω σε κόπο τις γυναίκες να πλένουν το νεκρό κορμί.»
Ο Κρίτων πήρε τον λόγο και τον ρώτησε αν έχει κάποια επιθυμία να κάνουν ως προς τα παιδιά του ή για κάποιο άλλο θέμα, να το κάνουν προς χάρην του. Ο Σωκράτης απάντησε: «τίποτα διαφορετικό από αυτά που πάντοτε λέω, ότι δηλαδή φροντίζοντας τους εαυτούς σας, και σε μένα και στους δικούς μου και στον εαυτό σας θα κάνετε χάρη. Αν όμως παραμελήσετε τους εαυτούς σας και δεν θέλετε να ζείτε ακολουθώντας τρόπον τινά τα ίχνη των λόγων των τωρινών και των παλαιών, παρόλο που συμφωνήσατε με προθυμία με τα λεγόμενα μου, δεν θα κάνετε πρόοδο καμιά.
Ο Κρίτων του απάντησε ότι θα τα πράττουν με προθυμία, και τον ρώτησε το πώς θα θελε να τον θάψουν. Ο Σωκράτης απάντησε: « ‘όπως θέλετε αρκεί να μην σας την κοπανήσω (να μην σας ξεφύγω)» Γέλασε και συνέχισε λέγοντας: «φίλοι μου, δεν κατορθώνω να πείσω τον Κρίτωνα, ότι εγώ ο Σωκράτης είμαι αυτός που συζητά και διευθύνει την συζήτηση, αλλά νομίζει ότι είμαι ο νεκρός που θα αντικρίσει σε λίγο και με ρωτάει το πώς θέλω να με θάψει…»
Αφού είπε αυτά τα λόγια σηκώθηκε και πήγε στο λουτρό, περιμέναμε λοιπόν συζητώντας μεταξύ μας για όσα είχαν ειπωθεί, ανακεφαλαιώνοντας τα. Άλλοτε πάλι μιλούσαμε για την μεγάλη συμφορά που μας βρήκε, το ότι δηλαδή θα περάσουμε την υπόλοιπη μας την ζωή σαν ορφανοί σαν να είχαμε χάσει τον πατέρα μας. Αφού λούστηκε του πήγαν τα παιδιά του (Στην απολογία ανέφερε τους τρείς γιούς και τις ηλικίες τους, τον μεγαλύτερο Λαμπροκλέα που ήταν μειράκιον (14-21 ετών) και δύο παιδιά (1-7 ετών) Μενέξενο και Σωφρονίσκο. Από κει φαίνεται με έναν πρόχειρο υπολογισμό ότι ο Σωκράτης νυμφεύτηκε σε μεγάλη ηλικία, περίπου στα 55 , αφαιρώντας την ηλικία του γιού του Λαμπροκλέα από την ηλικία του Σωκράτη το 399 μ.Χ.) 
Μετά ήρθαν κάποιες γυναίκες συγγενείς του και τους έδωσε τις παραγγελίες που ήθελε, και μετά έδωσε εντολή να αποχωρήσουν οι γυναίκες και τα παιδιά. Κάθισε χωρίς να πει πολλά, ήδη πλησίαζε το ηλιοβασίλεμα. Έφτασε μετά ο υπηρέτης των ένδεκα 
τον πλησίασε και του είπε: «Σωκράτη, δεν θα σε κατηγορήσω όπως τους άλλους, ότι αγανακτούν εναντίον μου και με καταριούνται, όταν τους δίνω την εντολή να πιούν το φάρμακο, επειδή οι άρχοντες με υποχρεώνουν δια νόμου να κάνω. Όλο αυτό το διάστημα είσαι από τους ανθρώπους που εκτίμησα διότι είσαι ο πιο γενναίος, πράος και άριστος από αυτούς που συνάντησα εδώ μέσα, και ξέρω ότι δεν αγανακτείς εναντίον μου, αλλά εναντίον εκείνων γιατί ξέρεις ποιοι είναι οι αίτιοι. Τώρα λοιπόν, μια και που ξέρεις τι ήρθα να σου πω, σε χαιρετώ και προσπάθησε να αντέξεις όσο τον δυνατόν με υπομονή τα αναπότρεπτα». Δάκρυσε, γύρισε και έφυγε.
Ο Σωκράτης κοιτάζοντας τον είπε: «σε χαιρετώ και γω, και θα κάνω αυτά που είπες.» μετά γύρισε μας κοίταξε και μας είπε: «Ευγενικός άνθρωπος, όλο αυτό το διάστημα με πλησίαζε και συζητούσαμε πότε πότε, και τώρα δακρύζει για τον θάνατο μου…
Αλλά έλα Κρίτων ας κάνουμε αυτά που είπε, και ας φέρει κάποιος το φάρμακο αν το έχει τρίψει και είναι έτοιμο, αλλιώς ας το τρίψει.»
Ο Κρίτων του λέει « μα Σωκράτη, ο ήλιος είναι ακόμα πάνω από τα βουνά, δεν έχει δύσει. Άλλοι πίνουν το φάρμακο πολύ αργότερα από την στιγμή που θα τους δοθεί η εντολή, αφού δειπνήσουν και κάνουν συντροφιά με αγαπημένα πρόσωπα. Δεν υπάρχει λόγος βιασύνης, έχουμε ακόμα χρόνο.» 
Ο Σωκράτης απάντησε: «Οι άλλοι Κρίτων νομίζουν ότι κάτι κερδίζουν, εγώ δεν νομίζω ότι θα κερδίσω κάτι με το να πιω το φάρμακο αργότερα εκτός από το να γελοιοποιηθώ λαχταρώντας για ζωή και προσπαθώντας να την εξοικονομήσω την στιγμή που δεν μου μένει η δυνατότητα, γι αυτό πήγαινε και μην αντιδράς.»
Ο Κρίτων τότε έκανε νόημα στον δούλο. Ο δούλος με μια μικρή καθυστέρηση ήρθε και στάθηκε εμπρός του με το ποτήρι. Ο Σωκράτης τον ρώτησε τι πρέπει να κάνει, και αυτός του απάντησε να πιεί και αφού το πιεί να περπατήσει εως ότου νιώσει βάρος στα πόδια. Μετά να ξαπλώσει και αυτό θα ενεργήσει, και πρόσφερε το ποτήρι στον Σωκράτη.
Ο Σωκράτης το πήρε χωρίς να δειλιάσει ή να χάσει το χρώμα του ή να αλλάξει η έκφραση του προσώπου του, και είπε: « πρέπει να 
ευχόμαστε αυτήν την μετοίκηση μας προς τα εκεί να είναι καλότυχη, αυτό εύχομαι και μακάρι να γίνει έτσι.» Λέγοντας αυτά έφερε το ποτήρι στα χείλη και χωρίς να αηδιάσει το ήπιε όλο με ευκολία.
Οι περισσότεροι από εμάς μέχρι εκείνη την στιγμή είχαμε καταφέρει να συγκρατήσουμε τα δάκρυα μας, όταν όμως είδαμε που το ήπιε δεν κρατηθήκαμε άλλο. Κι εμένα χωρίς να το θέλω έτρεχαν ποτάμι τα δάκρυα μου, σκέπασα το πρόσωπο μου έκλαιγα για τον εαυτό μου και την δική μου κακοτυχία επειδή έχανα έναν τέτοιο άνθρωπο από φίλο. Ο δε Κρίτων επειδή δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυα του βγήκε έξω. Ιδίως ο Απολλόδωρος που και από πριν δεν μπορούσε να συγκρατηθεί ξέσπασε φωνάζοντας, πράγμα που προκάλεσε σπαραγμό σε όλους τους παρευρισκόμενους εκτός του Σωκράτη, ο οποίος είπε: «Τι είναι αυτά που κάνετε; Εγώ έδιωξα τις γυναίκες και τα παιδιά για να μην κάνουν έτσι. Επειδή λοιπόν έχω ακούσει ότι κανείς πρέπει να πεθαίνει μέσα σε σιωπή κάντε ησυχία και δείξτε ψυχική αντοχή.»
Εμείς ακούγοντας αυτά ντραπήκαμε και προσπαθήσαμε να συγκρατηθούμε. Αυτός κάνοντας μια βόλτα είπε ότι ένιωσε ότι τα πόδια του βαραίνουν και ξάπλωσε ανάσκελα στο κρεβάτι του, γιατί έτσι του είχανε υποδείξει. Αυτός που του έδωσε το φάρμακο μετά από λίγο εξέταζε τα πόδια και τους μηρούς. Έπειτα πίεσε τα πέλματα και ρώτησε τον Σωκράτη αν το αισθανόταν, ο Σωκράτης απάντησε όχι. Κατόπιν πίεσε τις κνήμες και καθώς προχωρούσε προς τα επάνω μας έδινε την ένδειξη ότι πάγωνε και κοκάλωνε. Αυτός που τον εξέταζε είπε ότι όταν φτάσει το πάγωμα στην καρδιά ο Σωκράτης θα «φύγει». Ήδη ήταν παγωμένα τα μέλη του στην περιοχή του υπογαστρίου και ενώ ήταν όλος σκεπασμένος, ο ίδιος ξεσκέπασε το πρόσωπο του και είπε στον Κρίτωνα « Κρίτων, οφείλουμε έναν πετεινό στον Ασκληπιό. Να εξοφλήσετε την υποχρέωση, μην την αμελήσετε».
Ο Κρίτων είπε: «αυτά θα γίνουν, αλλά πες μας αν θες να γίνει και τίποτε άλλο»
Απάντηση δεν πήρε…
Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ (το πολιτικό πρόσωπο ενός φιλόσοφου επαναστάτη)

       Αντί σχολίου ένα μικρό απόσπασμα. «Η έρις των ανόμοιων δημιουργεί, η ειρήνη των ομοίων θανατώνει, όπου βασιλιάς πάντων είναι ο πόλεμος και ρυθμιστής των πάντων».
Μάκης Αρμενιάκος

πηγή:olympia.gr
ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ (το πολιτικό πρόσωπο ενός φιλόσοφου επαναστάτη)

του Σωτήρη Γλυκοφρύδη

20111015-193336.jpgΔεν υπάρχει μεγαλύτερη αξία από το να κάνεις επανάσταση μέσα στους επαναστάτες, θα έλεγε αν ζούσε ο λύκος της Εφέσου, ο φιλόσοφος Ηράκλειτος. Νομίζω πως είναι επίκαιρος για να δούμε τη ζωή του. Μια ζωή όχι στρωμένη με λουλούδια και λόγια ξύλινα αλλά με φωτιά και σίδερο, όπως εξελισσόταν στα χρόνια του χάους και της αναρχίας την εποχή της δημοκρατίας της Εφέσου.
​Να δούμε όμως τι είπε, τι εννόησε και από τι αυτοφλεγόταν, τον οποίο κάποιοι δεν κατάλαβαν και τον είπαν σκοτεινό και αντιδημοκράτη, και σαφώς τον αδίκησαν και τον υποβάθμισαν. Ας δούμε λοιπόν τον μεγάλο αυτόν επαναστάτη.
​Ο Ηράκλειτος γεννήθηκε στην Έφεσο κατά το 544, που ήταν αποικία Αθηναίων, πρώην Δωριαίων 
εκ του πρώτου βασιλιά τους Λέλεγα που αναμίχτηκαν με ντόπιους Κάρες, αν και επιδράσεις Κρητών στα παλαιότερα χρόνια δεν πρέπει να αποκλείονται. Ο πατέρας του ήταν ιεροφάντης των Ελευσινίων και κρατούσε από τη γενιά του τελευταίου βασιλιά των Αθηνών, του Κόδρου, επομένως ο Ηράκλειτος προκύπτει συγγενής του Σόλωνα (και εμμέσως του Πεισίστρατου). 

Ξέρουμε ότι είχε έναν μικρό αδελφό που του μετέγραψε την περιουσία του όταν αεισοικτίρισε (εκ του αεί σε οικτίρω – σε απαξιώ δια παντός και σε λυπάμαι) τους «τιποτένιους» όπως χαρακτήρισε τους συμπατριώτες του, καίγοντας τα γραφτά του και φεύγοντας προς το βουνό για να ζει σαν ερημίτης, την εποχή της δημιουργίας της δημοκρατίας της Έφεσου. Δυνατός στο πνεύμα, αιρετικός κι εγωιστής, υπήρξε ένας φιλόσοφος αυτοδημιούργητος, αυτοπροσδιοριζόμενος, αναρχοαυτόνομος, θιασώτης της έρευνας της απροσδιοριστίας και υπέρμαχος της έννοιας του ανώτερου ανθρώπου, και όχι του υπερανθρώπου όπως τον φαντάστηκε ο Νίτσε. Ένας Νίτσε που όταν άκουγε για Ηράκλειτο ξέχναγε τις αμαρτωλές σκέψεις του για γυναίκα του Βάγκνερ.
​Την εποχή που η Ιωνία πιεζόταν από την εξουσία των Περσών και την καταπίεση των ντόπιων τυράννων της, δωσίλογων κι εγκάθετων του κοσμοκράτορα Δαρείου, κάποιοι στις Ιωνικές πόλεις είχαν φλογιστεί για την αρχή της φύσης των πραγμάτων. Ο Αναξίμανδρος μιλούσε για μια δημιουργική ουσία «άπειρη», με την έννοια του απείρου ως «απροσδιόριστο» και όχι ως απεριόριστο όπως συχνά μεταφράζεται απο κάποιους που ξεχνούν ότι οι Ίωνες το σύμπαν το θεωρούσαν κλειστό, ένα και περιχαρακωμένο (έν το παν). Το ά-πειρον του Αναξίμανδρου είναι ουσία αείζωος που δεν έχει αποκτήσει πείρα εκ της πυράς, η οποία ανακυκλώνεται αποκτώντας εξ αυτής την εμπειρία. Κρατήστε το αυτό ως υποσημείωση και θα το συναντήσουμε πιο κάτω στον Ηράκλειτο. Χωρίς τον Αναξίμανδρο, τον οποίο ο Ηράκλειτος δείχνει ότι είναι ένας από τους λίγους που σέβεται, δεν γίνεται κατανοητή η θεωρία του Εφέσιου, την οποία κάποιοι την εξέτρεψαν λέγοντας πως είπε ότι «τα πάντα ρει», πράγμα που το είπε μεν αλλά είναι επουσιώδες. Οι Ίωνες ως τον Ελεάτη Παρμενίδη πίστευαν όλοι στη μεταβλητότητα.
​Ο Ηράκλειτος, συνεχίζοντας τη θεωρία του Αναξίμανδρου ή μάλλον πατώντας και άθελά του ακόμα πάνω σε αυτήν, μετά την εκλαΐκευσή της από τον Αναξιμένη ο οποίος όρισε το άπειρο – απροσδιόριστο ως αιθερικό στοιχείο, την πήγε προς τη θερμική ενέργεια. Αρχή του γίγνεσθαι της φύσης κατά τον Εφέσιο είναι ένα «αείζωον ευγενές πυρ» που μεταστοιχειώνεται από το απροσδιόριστο αιθέριο λεπτό στοιχείο σε υδαρές απτό και προσδιοριζόμενο που φτιάχνει τις μορφές. Ο Ηράκλειτος εδώ παρουσιάζεται σαν μια συνέχεια του Θαλή, του Αναξίμανδρου και του Αναξιμένη.
​Η ελληνική φιλοσοφία αποτελεί μια συνέχεια, μην ακούτε αυτά που λέγονται ότι ο κάθε φιλόσοφος είπε διαφορετικά τη βασική ουσία. Όλοι αναφέρονται σε εξελικτικά της στάδια, από το Υπάρχειν (Αναξίμανδρος), στο Γίγνεσθαι (Ηράκλειτος), στο Φαίνεσθαι (Πυθαγόρας), στο Είναι (Παρμενίδης). Άντε, βάλαμε και τον Πυθαγόρα μέσα ως τέταρτο στο καρέ του σκληρού πόκερ της φιλοσοφίας, όπου ακούγονται και οι σχετικές βωμολοχίες. Ειδικά του Ηράκλειτου προς τον Πυθαγόρα που τον θεωρεί ότι εξέτρεψε τη σκέψη και κομίζει αλλότριες ιδέες. Η αρμονία σου είναι επιφανειακή, φαινομενική, πίσω είναι ένα χάος και πίσω από χάος υπάρχει κρυμμένη η αρμονία, του λέει. Πυθαγόρας και Ηράκλειτος βρίσκονται απέναντι, και παρέα με τον Ηράκλειτο τιθέμενος όρθιος παρά το πλευρό του βρίσκεται ένας άλλος γίγαντας της σκέψης, ο Ξενοφάνης, περιπαίζοντας τον Πυθαγόρα και αυτός για τη μετεμψύχωση. Αλλά δίπλα στον Πυθαγόρα θα κάτσει αργότερα ο Πλάτων, κοιτώντας όμως και με θαυμασμό τον Εφέσιο, ενώ ο Αριστοτέλης θα αυτονομηθεί διότι φίλος ο Πλάτων φιλτάτη η αλήθεια, γενόμενο των καρέ των φιλοσόφων 6, με το Σωκράτη να είναι στη γκανιότα προσπαθώντας να κάνει επαγωγή στη γλωσσική σημειολογία. Όταν η ψυχή του ανθρώπου αποπυρωθεί, λέει ο Ηράκλειτος, είναι σα να εξαχνώνεται μια σταγόνα νερού χρωματισμένη όπου όταν πάει στα σύννεφα και ξαναπέσει σαν βροχή, αποκλείεται τα στοιχεία που αποτελούν τα χρώματα να επιστρέψουν ενωμένα.
​Και φτάσαμε στα χρόνια των προεόρτιων της Ιωνικής επανάστασης όπου οι τύραννοι της Ιωνίας εγκαταλείπουν με μιας την εξουσία τους, αφήνοντας την ηγεσία στο λαό ώστε να έχει το κίνημα της Ιωνικής εξέγερσης, λαϊκή βάση. Μη γελιόμαστε όμως για τον πατριωτισμό των τυράννων, πίσω από την πράξη τους αυτή κρύβονται ιδιοτελή συμφέροντα δυο ανθρώπων, όπως γράφει ο Ηρόδοτος, του πρώην τυράννου της Μιλήτου, Ιστιαίου, και του νυν και γαμπρού του, Αρισταγόρα. Εδώ αρχίζει η εποχή της κόλασης των Ιωνικών πόλεων όταν τα τυραννικά πολιτεύματα μεταπίπτουν απότομα σε δημοκρατικά. Μέσα σε αυτά είναι και της Εφέσου, όπου στο χάος που δημιουργείται εμφανίζεται για λίγο καιρό η μορφή του φιλόσοφου Ηράκλειτου, στην αρχή αποδεχόμενος και μετά αντιτιθέμενος στο λαϊκό κίνημα όπως εξελίσσεται.
​Η κορύφωση της ρήξης προκαλείται όταν οι συμπολίτες του εξορίζουν ένα φίλο του, «για να είναι όλοι κατά κάτω ίσιοι», όπως λέει. Τους τα ψάλει οργίλος, καίει τα γραφτά του στο ναό της Άρτεμης και αναχωρεί προς το βουνό για να ζει σαν ερημίτης, απογοητευμένος από τους συνανθρώπους του, πιστεύοντας σε έναν άνθρωπο διαφορετικό, σε κόσμο αλλιώτικο κι ένα θεό πραγματικά δικό του. Μουρμουρίζουν πως είναι άθεος, αλλά: «περάστε, περάστε, μη φοβάστε, υπάρχει και θεός εδώ μέσα» λέει σε κάποιους που χτυπούν την πόρτα της καλύβας του και διστάζουν να περάσουν. Γλυκέ Ηράκλειτε, πόσο σε έχουν παρεξηγήσει…
​«Όλα τα ορίζουν οι νόμοι της φωτιάς, ο λόγος και η απροσδιοριστία», είναι η βάση της φιλοσοφίας του, όπου «και να μπεις στο ίδιο ποτάμι δυο φορές δεν γίνεται γιατί τα νερά δεν θα είναι ίδια (όπως εξάλλου κι εσύ)». Τον θεωρούν χαοτικό αλλά πιο νομοκράτης από αυτόν δεν γίνεται. Η αρμονία και η μετεμψύχωση προέρχονται από ιδεοληψία για το φόβο του θανάτου, υποστηρίζει. Ο θεός δεν ασχολείται με ανθρώπους καθώς είναι «αΙο-ον (αιών, κρόνος – χρόνος) που ρίχνει ζάρια σαν μικρό παιδί και βασιλεύει με αυτά (χωρίς να ξέρει να τα ρίχνει)». «Δικαιοσύνη στη φύση δεν υφίσταται» υποστηρίζει, «καλό και κακό είναι το ίδιο πράγμα» και «πατήρ πάντων και βασιλιάς, ο πόλεμος». Τη φύση τη θεωρεί αντικειμενική, την κρίση υποκειμενική, και πιστεύει ότι ο άνθρωπος ακολουθεί μια κατά περίπτωση «συμφέρουσα» ιδεοληψία. Ο Ηράκλειτος είναι αιρετικός, χρειάζεται να είσαι δήλιος (φωτεινός και the best) κολυμβητής για να κολυμπήσεις στη χαώδη θάλασσα του νου του, κάνοντας βουτιά στα τρίσβαθα της σκέψης του για να τον εννοήσεις. Πρέπει να γίνεις σύγχρονα Δαρβινικός και πάνω σε μιαν άλλη ανθρώπινη πλευρά αξιοκράτης, δομώντας αντιτιθέμενες στον Κρόνο – χρόνο που τρώει τα παιδιά του, πάγιες ανθρώπινες αξίες, για να αναστείλεις το χαμό, τότε μόνο προκύπτει φως. «Η ζωή είναι θάνατος και ο ύπνος ζωή», λέει, που σημαίνει ότι όταν ζεις δεν ζεις και ζεις μόνο όταν δεν δουλεύει το μυαλό και είσαι κοιμισμένος. Ο ίδιος νοιώθει νεκροζώντανος, κλεισμένος σαν λύκος στο κουτί της γάτας του Σρέντινγκερ.
​Θα μπορούσαμε να μιλάμε ώρες για αυτό τον συντηρητικό ανάρχα που έχει βαλθεί να εξηγήσει τους νόμους της απροσδιοριστίας μιας φύσης που ενώ φαίνεται αρμονική, πίσω από αυτήν δεν είναι, μη διστάζοντας να τα βάζει με ανθρώπους και θεούς, όχι χαϊδεύοντας αλλά τσακίζοντας τα σύμβολά τους, με τα λόγια της φωτιάς και τα αιρετικά γραφτά του. Τους ανθρώπους τους θέλει σε άλλη βάση, με συγκεκριμένες ηθικές και πνευματικές αξίες, ικανές να αντιμετωπίσουν την απροσδιοριστία και να δομήσουν μια κοινωνία συμπαγή, καθαρά Ελληνική και απομυθοποιημένη, απεγκλωβισμένη από καταστάσεις χάους, προσωποπαγούς ωφελιμότητας και ιδεοκρατίας. Εάν ο Ηράκλειτος λέγεται χαοτικός στη βαθύτερη διδασκαλία του προκύπτει ο ισχυρότερος πολέμιος του χάους. Ο Ηράκλειτος μιλώντας για το χάος είναι πλήρως αντι-χαοτικός.
​Βρίζει ως και τους γιατρούς που τους θεωρεί αφιλοσόφητους κι αλμπάνηδες, προσπαθώντας να θεραπεύσει μόνος του την «υδροπυκία», κοινώς «ασκίτης» που εκδηλώνεται με οίδημα στην κοιλιά, κοινώς «τουμπανιασμα. Τώρα γνωρίζουμε πως ήταν ηπατοπάθεια, η οποία στην περίπτωση του οφειλόταν προφανώς σε υποπρωτεϊναιμία από ασιτία καθώς ζούσε σαν λύκος στην ερημιά στην οποία αποσύρθηκε καταθλιμμένος και υποσιτιζόμενος, τρώγοντας μόνο λίγα χόρτα. Το πρόβλημα αυτό της υγείας του προσπαθούσε να το αντιμετωπίσει βάσει της φιλοσοφικής του θερμοδυναμικής θέσης, βάζοντας στην πρησμένη κοιλιά του ξηρή θερμότητα για να μη χαθεί η εσωτερική φωτιά του. Ο Ηράκλειτος ήξερε πως πέθαινε…
​Όταν τον ανακάλυψαν νεκρό πλέον στο βουνό, είπαν πως σκεπασμένο με κοπριά που την είχε βάλει επάνω του για να ζεσταθεί τον βρήκαν και τον ξέσκισαν οι σκύλοι και είχε το τέλος που του άξιζε. Αλλά και κάποιοι άλλοι λέγανε πως σκεπασμένος με άμμο ξεψύχησε κοιτώντας τον ήλιο του Αιγαίου, ενός Αιγαίου που του το είχαν στερήσει οι συμπολίτες του. Δεν μπορούμε να μη σταθούμε σε ένα επίγραμμα που κάποιος τους αφιέρωσε και λέει: «Τι με τραβολογάτε άθλιοι, δεν νοιάστηκα για εσάς αλλά για κάποιον άλλον, ο άνθρωπος αυτός για μένα αξίζει μυριάδες τρεις ενώ οι αμέτρητοι εσείς δεν φτουράτε ούτε έναν».
​Αυτός με λίγα λόγια ως περίγραμμα ήταν ο Ηράκλειτος που κάποιοι τον είπαν σκοτεινό, αταξικό και άθεο, εκπρόσωπο του χάους και της αναρχίας και αντιδημοκράτη, βάζοντάς του ως έμβλημα της φιλοσοφίας του το ταπεινό «τα πάντα ρει» που σαφώς τον υποβαθμίζει. Όμως, πιο ταξικός, συνεπής, νομοκράτης και αξιοκράτης αλλά και πλέρια δημοκράτης από τον Ηράκλειτο ίσως άλλος δεν προκύπτει. Το γιατί πλέρια δημοκράτης, διότι η πληρότητα της δημοκρατίας πρέπει να στοχεύει στην αναγωγή του ανθρώπου σε ευγενέστερη μονάδα, κύρια πνευματική και όχι υλική, πιστεύω. Το λάθος του όμως ήταν ότι υπήρξε καταιγιστικός κι εγωκεντρικός, θεωρώντας «παιδιαρίσματα» τις γνώμες των άλλων, αλλά παρόλα αυτά, πιο ντόμπρος και καθάριος και σωστός στο συγκεκριμένο πεδίο του «γίγνεσθαι», άλλος δεν υπάρχει. Σήκωσε τη βέργα του και ούρλιαξε σαν λύκος για τον άνθρωπο και αυτοί που δεν κατάλαβαν τον σκότωσαν, χωρίς να έχει πειράξει ούτε έναν.
​Ο Ηράκλειτος ως πολιτικό πρόσωπο
​Η πολιτική δράση του Ηράκλειτου αρχίζει κατά τα φαινόμενα μεταξύ 510 και ως το 500 περίπου. Εξελίσσεται κατά τα χρόνια της προεργασίας της Ιωνικής επανάστασης, εποχή που οι εγκάθετοι τύραννοι παραιτούνται και συμβαίνουν οι σαρωτικές αλλαγές του πολιτεύματος στις Ιωνικές πόλεις. Ο σκληρός και φιλοπερσικός βραχνάς των τυράννων της Εφέσου, του Αρισταγόρα και του Κώμα, τελειώνει, και δρα ένας επαναστατικός λαϊκός πυρήνας.
​Η επανάσταση της Εφέσου μπορεί να παρομοιαστεί με μια υποβαθμισμένη Γαλλική, όπου στη Γαλλική επανάσταση πετάχτηκε επάνω το καπάκι μιας χύτρας που έβραζε, ενώ στην Ιωνική το έβγαλαν οι ίδιοι οι τύραννοι. Σε πόλεις της Ιωνίας στις οποίες οι τύραννοι ήταν πολύ σκληροί, θανατώθηκαν από τον ατμό της οργής που πετάχτηκε απασφαλίζοντας τη χύτρα. Σε άλλες πόλεις οι ήπιοι αντιμετωπίστηκαν ανάλογα, σαν η χύτρα της λαϊκής οργής να μην είχε κάτωθεν του καπακιού κοχλάσει. Στην Έφεσο η αντίδραση υπήρξε μέτρια προς ισχυρή. Ο Ηράκλειτος προσπαθεί να μη συμβούν φαινόμενα ακραία. Είναι πατριώτης αλλά και δημοκράτης με προδιαγραφές, κρατώντας μέχρι τότε στάση αναμονής. Δεν απαντάται να έχει μετάσχει ως τότε στα κοινά, αν και θα μπορούσε ως αριστοκράτης και απόγονος του μεγάλου οικιστή, του Κοδρίδη Άνδροκλου, που προκύπτει ότι ήταν. Ο πατριωτισμός του βγαίνει μέσα από τα γραφτά του και η πολιτική του συμπεριφορά στα κρίσιμα χρόνια της αλλαγής του πολιτεύματος.
​Όταν η αλλαγή του πολιτεύματος γίνεται απότομα, ας πούμε από την τυραννία στη δημοκρατία, στα χαοτικά χρόνια της γέννησης της αιμάτινης μικρής που ονομάζεται Δημοκρατία, το ρόλο της μαμής τον παίζει ένα διευθυντήριο, όπως συνέβη στη Γαλλική επανάσταση. Σε αυτό δεν γνωρίζουμε αν μετείχε ο Ηράκλειτος, μετείχε όμως όπως φαίνεται ένας φίλος του, ο Ερμόδωρος, τον οποίο ο Ηράκλειτος τον θεωρούσε αξιότερο όλων να ηγηθεί μια θέσης ανάλογης του επώνυμου άρχοντα της Αθήνας. Τηρουμένων των αναλογιών με τη Γαλλική επανάσταση, σε υποδεέστερη κλίμακα βεβαίως, ο Ερμόδωρος πρέπει να ήταν ένας ήπιος Δαντόν ή Μαρά ή και Ροβεσπιέρος ακόμη, ηγούμενος της μερίδας των συντηρητικών. Μασσαλιώτιδα ως θούριος δεν υπήρξε, γιατί όπως είπαμε η αλλαγή του πολιτεύματος δεν ήταν δυναμική (άσχετα αν υπέβοσκε) αλλά προσδιοριστική σε βάση λαϊκή. Υπήρχε όμως ένας Ευγένιος Ποτιέ, μέσω της μορφής ενός φτωχού ποιητή που ξεσήκωνε το λαό με τους στίχους του κατά της αδικίας (λέγοντας περίπου -εμπρός της γης οι κολασμένοι, η πείνα και το δίκαιο από το στομάχι βγαίνει), ο οποίος λεγόταν Ιππώναξ. Είναι εκπληκτικό πως η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται σε άλλη κλίμακα με αλλαγμένα ρούχα.
​Ο Ηράκλειτος πίστευε πως ήταν ευκαιρία για να δημιουργηθεί μια κοινωνία αξιών μέσα στη δημοκρατία και όχι μια κοινωνία δημοκρατίας μέσα από την οποία θα προερχόντουσαν οι αξίες. Ήταν σίγουρα ερειστικός με θέσεις συχνά ακραίες και αντίθετες στη λαϊκή βάση, σα να πούμε θέσεις ελιτίστικες ενός μπουρζουά επαναστάτη, ωρυόμενος ότι τις πράξεις του ανθρώπου πρέπει να τις καθοδηγούν τα ανώτερα όργανα που είναι το κεφάλι και όχι τα κατώτερα που είναι το στομάχι. Ο λαός, το διευθυντήριο, η «λαϊκή σέκτα» ίσως κατά τον Ηράκλειτο, απαντούσε πως με άδειο το στομάχι σκέψη δεν γίνεται, ο Ηράκλειτος ανταπαντούσε πως το στομάχι κάνει την εξέγερση αλλά τον πρώτο ρόλο πρέπει να τον έχει το κεφάλι. Μεταξύ του Ηράκλειτου και του λαϊκού πυρήνα δημιουργήθηκε μια άπωση που οδήγησε στον χαρακτηρισμό του μέχρι σήμερα ως «αντιδημοκράτη».
​Ο Ηράκλειτος δεν ήταν ένας γλυκά ομιλών Σωκράτης αλλά ένας ωρυόμενος αποκαλυπτικός Σωκράτης που δεν τσίμπαγε σαν αλογόμυγα τα καπούλια μιας κοιμισμένης αλόγου πολιτείας αλλά μαστίγωνε με λόγια σκληρά ένα άλογο πεινασμένο και ασθενικό που ξεχύθηκε μόλις ένοιωσε ελεύθερο προς το φαΐ. Το ότι το άλογο ήταν ασθενικό, αυτό ίσως έσωσε τον Ηράκλειτο, διότι αν ήταν δυνατό, θα τον σκότωνε, όπως σκότωσε μετά από χρόνια το Σωκράτη. Ο Ηράκλειτος το μαστίγωνε με τα λόγια του για να κατευθυνθεί όχι προς το υλιστκό αλλά προς το πνευματικό κομμάτι από το οποίο πίστευε πως ήταν κατά βάση στερημένο.
​Ότι ήταν πατριώτης κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει καθώς επιτίθεται στον Πυθαγόρα βρίζοντάς τον ότι κομίζει στον Ελληνισμό ξενόφερτες ιδέες, κυρίως Βαβυλώνιες και Αιγυπτιακές μέσω της αριθμοσοφίας και της μετεμψύχωσης, εκτρέποντας τη σκέψη προς τους αριθμούς και τη ζωή στην επαναφορά της, ενώ η σκέψη είναι αναντικατάστατη και η ζωή μοναδική. Ποια ζωή όμως; Όλοι μας είμαστε νεκροζώντανοι, εσώψυχα πιστεύει. Η πατριωτική του θέση φαίνεται επιπλέον από τη φημολογούμενη άρνησή του να συναντήσει το Δαρείο ο οποίος τον είχε προσκαλέσει στα Σούσα, διότι η φιλοσοφία του αείζωου πυρός του Ηράκλειτου συνέπιπτε με τη Ζωροαστρική πίστη του Πέρση ηγεμόνα. Αν ήταν άλλος στη θέση του Ηράκλειτου, σαφώς θα είχε πάει.
​Ότι ήταν δημοκράτης, προκύπτει διότι μέχρι της έναρξης της δημοκρατίας δεν απαντάται να μετέχει στον ηγεμονικό πυρήνα. Δραστηριοποιήθηκε πολιτικά κατά τα φαινόμενα στην έναρξη της δημοκρατίας και κανείς στην εποχή του δεν τον κατηγόρησε για αντιδημοκράτη αλλά μάλλον με τα σημερινά δεδομένα θα του ταίριαζε ο τίτλος του αξιοκράτη δημοκράτη αντεπαναστάτη. Άλλο αντιδημοκράτης και άλλο αντεπαναστάτης και δη αξιοκρατικά δημοκρατικός. Ο αντιδημοκράτης δεν θέλει δημοκρατία, ο αντεπαναστάτης καταπολεμά την επανάσταση, ο δε αξιοκράτης αντεπαναστάτης δημοκράτης δεν θέλει μια τέτοια δημοκρατική επανάσταση με τους επαναστάτες να καταλαμβάνουν θώκους εξουσίας, και κάνει επανάσταση μέσα στην επανάσταση, όπως ο Μπακούνιν. Να μη μετέχουν οι επαναστάτες στην εξουσία της δημοκρατίας, πρέπει να υπήρξε μια αρχή του. Προωθείστε την αξιοκρατία, αποδεχτείτε τον καλύτερο ως τον πρώτο όπως συμβαίνει στη φύση και όχι να ψηφίζετε αυτούς που σας χαϊδεύουν τα αυτιά και είναι το κατακάθι, φαίνεται πως υποστήριζε. Άκομψα βέβαια και έξω από τα δόντια, μη σηκώνοντας μύγα στο σπαθί του, προσπαθώντας να αποτρέψει μια τραγωδία, όχι ως ον της πολιτικής αλλά σαν πολιτικό ον της πόλης, έντιμο. Ο Ηράκλειτος εμφανίζεται ως ένας Νίτσε και Μπακούνιν μαζί. Τελικά, είχε δίκιο. Μια τραγωδία πραγματώθηκε όταν οι Ίωνες επιτέθηκαν σαν ορδή πλιατσικολόγων στις Σάρδεις όπου μη μπορώντας να την καταλάβουνε την έκαψαν μαζί με το ναό της και σύντομα ηττήθηκαν οικτρά σε στεριά και θάλασσα. Το αποτέλεσμα ήταν να καταστραφεί πλήρως η Μίλητος. Η Έφεσος δεν πειράχτηκε, διότι ο Δαρείος ήταν κάπου δίκαιος και τιμώρησε σκληρά τον πρωτεργάτη, τη Μίλητο, Αντιθέτως, η Έφεσος φαίνεται πως ωφελήθηκε γιατί έμεινε το μεγαλύτερο λιμάνι στα μικρασιατικά παράλια.
​Ο απρόβλεπτος χαοτικός παράγων
​«Η έρις των ανόμοιων δημιουργεί, η ειρήνη των ομοίων θανατώνει, όπου βασιλιάς πάντων είναι ο πόλεμος και ρυθμιστής των πάντων» πρέσβευε ο Ηράκλειτος, ο οποίος λέει κουβέντες που σφίγγουν το στομάχι αλλά στις πράξεις του παρουσιάζεται με αντίποδα πλάνο. Προκύπτει ερειστικός μεν αλλά όχι άνθρωπος της έριδας την οποία προσπαθεί να αποτρέψει, καθόσον μέσα από το χάος προκύπτει ο άρρητος αριθμός, ο απρόβλεπτος παράγων ο οποίος εκτρέπει τελικά το σύστημα. Αυτός ήταν όταν μερικές αθηναϊκές κι ευβοϊκές τριήρεις που μετείχαν στην Ιωνική επανάσταση, μετέφεραν το χαοτικό γίγνεσθαι προς την Ελλάδα, κάνοντας εν τέλει το σκάκι του Δαρείου, τάβλι. Απετέλεσαν τη σπίθα που άναψε τη φωτιά των Ελληνο-Περσικών πολέμων και έδρασαν σαν καταλύτης της δημιουργίας της ακμής των Αθηνών. Όμως, την Ιωνική, αναξιοκρατική στους ηγέτες της επανάσταση, την πλήρωσε η Ιωνία.
​Μέχρι τότε και ως να φτάσουμε στην ακμή των Αθηνών, η τραγωδία βασικά εξελίσσεται στην Ιωνία. Την τραγωδία προσπαθούσε να προλάβει ο ευαίσθητος Εφέσιος, διότι αυτή τη ζει ένας λαός αλλά την εκ της τραγωδίας ανάδυση του καλύτερου τη γεύεται ένας άλλος, και συχνά λόγω εκτροπής της κυκλικής επαναφοράς του συστήματος, όχι ο ίδιος τόπος. Η ακμή των Αθηνών προέκυψε μέσα από την Ιωνική καμπή, όπου το ανθρώπινο ποιοτικό δυναμικό των Ιώνων βρήκε διέξοδο βλέποντας σπίθες αξιών προς την ελεύθερη δημοκρατική Αθήνα.
​ Αφήνουμε δυο λουλούδια στον τάφο της μνήμης του προγόνου μας Ηράκλειτου, εμείς τα θεωρούμενα παιδιά του, αποδεχόμενοι τη μέγιστη αλήθεια του, ότι: μέτρο του ανθρώπου πρέπει να είναι η φύση η οποία έχει χαοτική δυναμική, μη γραμμική εξέλιξη και παρεκτραμένη κυκλική πορεία, προερχόμενη εξ ενός απρόβλεπτου παράγοντα ενός του συστήματος που προκύπτει ανώτερο του ανθρώπου. Στο οποίο ο άνθρωπος οφείλει να το προσεγγίζει, επιστημονικά, φιλοσοφικά και πολιτικά, μέσω του λόγου που είναι και αιτία, όπου για τον προσδιορισμό αυτό δεν πρέπει να μετρά τα πράγματα με το υποκειμενικό ανθρώπινο αλλά με το αντικειμενικό φυσικό και το μοναδικό για το κάθε πράγμα, μέτρο.
​Μια μικρή επαφή
​- Δύστυχοι άνθρωποι, σα να ακούω να βροντοφωνάζει από πάνω ο ουράνιος Ηράκλειτος, από τότε που σας παράτησα σε τίποτα δεν προχωρήσατε, τίποτα δεν καταλάβατε, είναι λάθος, δύσμοιροι, τα μέτρα σας και οι τιθέμενες ανθρώπινες αναλογίες.
​- Μα, ο Πρωταγόρας είπε «χρημάτων πάντων μέτρον άνθρωπος».
​- Ούτε αυτό δεν καταλάβατε ηλίθιοι, είπε. Χρήματα εμείς οι πρώτοι Έλληνες είχαμε τη γνώση. Χρη μαθών τι σημαίνει άθλιε; Αυτά τα πράγματα που πρέπει να ξέρεις, δεν σημαίνει; Εσείς χρήματα τι λέτε;
​- Δεν απάντησα.

Αθήνα 14 Οκτ. 2011
Διαβάστε περισσότερα...

Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2011

Ο ΠΛΑΤΩΝ ΑΠΑΝΤΑ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΕΝΟΥΣ...


πηγή:ΑΣΥΜΠΙΕΣΤΟΣ



Ο ΠΛΑΤΩΝ ΑΠΑΝΤΑ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΕΝΟΥΣ...




ΗΕθνική συνείδηση είναι η γνώση και το βίωμα της ιδιαίτερης φύσης του Έθνους στο οποίο ανήκουμε, η συνείδηση όλων των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων που αποτελούν το Έθνος, η γνώση του λαϊκού και φυλετικού χαρακτήρα, του πολιτισμού και της ιστορίας του, επιπλέον η συνείδηση του ότι ανήκουμε στο ίδιο Έθνος και των υποχρεώσεών μας προς αυτό.

Η Εθνική συνείδηση των Ελλήνων παρουσιάζεται πολύ πριν τους Περσικούς πολέμους, που αποτελούν ορόσημο στην εξέλιξής της. Πριν από τον 7ο π.Χ. αιώνα οι Έλληνες είχαν χαράξει γύρω τους ένα τείχος, που ξεχώριζε αυτό από τους άλλους λαούς τους‘βαρβάρους”. Στην αφύπνιση του κοινού Ελληνικού αισθήματος συνετέλεσε και η επαφή των Ελλήνων μέσω των αποικιών, με άλλους λαούς, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να γίνουν συνειδητά τα γνωρίσματα της φυλής τους, κοινά σ’ αυτούς και ξένα στους αλλόφυλους. Επίσης οι Πανελλήνιοι Αγώνες, Πύθια, Νέμεα, Ίσθμια, ιδιαίτερα δε τα Ολύμπια, από τους οποίους αποκείονταν οι βάρβαροι, συνέβαλαν στην τόνωση της Πανελλήνιας συνειδήσεως.

Αλλά η Πανελλήνια αυτή Εθνική συνείδηση δεν επέδρασε στην πολιτική ζωή των Ελλήνων, ο πολιτικός τοπικισμός τους δεν υποχώρησε. Η πόλις – κράτος, το κατ’ εξοχήν Ελληνικό πολιτικό πρότυπο, παραμένει ακλόνητο, ως την μεγάλη στιγμή της Μακεδονικής Ορμής. Πάντως το βίωμα των Περσικών πολέμων τόνωσε την συνείδηση των Ελλήνων και δημιούργησε τάσεις πανελλήνιας Εθνικής πολιτικής.

Οι τάσεις αυτές απέβλεπαν στην κατάπαυση των εμφυλίων ερίδων, που μάστιζαν την Ελλάδα και την ανάληψη του Εθνικού πολέμου εναντίον των Περσών (Κίμων – Καλλικρατίδας). Δυστυχώς, η διαρχία Σπάρτης – Αθήνας έσυρε την Ελλάδα στον καταστρεπτικό Πελοποννησιακό πόλεμο. Η επαίσχυντος όμως Ανταλκίδειος ειρήνη, συνετέλεσε στην αναβίωση του ιδεώδους των Πανελλήνων. Ο Γοργίας στην Ολυμπία διακήρυξε την ανάληψη κοινού απελευθερωτικού Αγώνα κατά των Περσών, ο Ισοκράτης με Εθνικό παλμό ωθεί την Αθήνα και την Σπάρτη να συνδιαλλαγούν, για προπαρασκευή Πανελλήνιας στρατιάς “υπ’ Αθηναίων μεν και Λακεδαιμονίων στρατηγουμένης, υπέρ δε των συμμάχων ελευθερίας αθροιζομένης, υπό δε της Ελλάδος απάσης εκπεμπομένης, επί δε την των βαρβάρων τιμωρίαν πορευομένης” (Πανηγ. 185).
Ήταν ευτύχημα το γεγονός ότι η πνευματική ηγεσία του Ελληνισμού είχε συναίσθηση της Εθνικής της συνειδήσεως. Η Εθνική συνείδηση του Αριστοτέλη δεν δημιούργησε τον πολιτικό, τον στρατηλάτη Αλέξανδρο; Άς ασχοληθούμε όμως τώρα με την Εθνική συνείδηση του Πλάτωνα.
Ο Πλάτων πιστεύει στην κοινή καταγωγή των Ελλήνων.
Οι Έλληνες μεταξύ τους λέει, είναι οικείοι και συγγενείς, ενώ με τους βαρβάρους είναι άσχετοι και ξένοι “φημί γαρ το μεν Ελληνικόν γένος αυτό αυτώ οικείον είναι και συγγενές, τω δε βαρβαρικώ οθνείον τε αλλότριον” (Πολιτεία 470γ).

Αρρώστεια είναι για τον Πλάτωνα, οι εμφύλιοι σπαραγμοι, γι’ αυτό τις συγκρούσεις μεταξύ των Ελλήνων τις ονομάζει “στάσεις”, ενώ τις συγκρούσεις Ελλήνων βαρβάρων τις αποκαλεί “πολέμους”, μια και οι Έλληνες, όπως λέει, είναι φυσικοί πολέμιοι των βαρβάρων. 

Και συνεχίζει, όσον αφορά την στάση: “Όπου τύχη να ξεσπάση και χωριστή σε δύο η πόλη, αν αρχίσουν να καταστρέφουν ο ένας του άλλου τα κτήματα και βάζουν φωτιά στα σπίτια, τι αποτρόπαιο πράγμα που φαίνεται να είναι και πόσο αφιλοπάτριδες οι δύο μερίδες. Γιατί αλλιώς ποτέ δεν θα τολμούσαν να ρημάζουν έτσι την μητέρα που τους γέννησε και τους ανέστησε”(Πολ. 470 δ,ε) και πιό πάνω (470 α) σημειώνει ότι αποτελεί βεβήλωση να προσφέρουμε στα ιερά μας, λάφυρα Ελλήνων. Για τον Πλάτωνα δεν είναι δίκαιο οι Έλληνες να εξανδραποδίζουν πόλεις Ελληνικές, απεναντίας μάλιστα “του Ελληνικού γένους φείδεσθαι”. Ομοίως δεν επιτρέπει στους Έλληνες να έχουν Έλληνα δούλο.
Την αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων περί διαχωρισμού τους απ’ τους βαρβάρους αποδέχεται και ο Πλάτων. Δύο χαρακτηριστικά χωρία όπου η παραδοχή αυτή είναι σαφής: “Δια πάντων ανθρώπων Ελλήνων τε και βαρβάρων” (Επιστ. Ζ 335 α) και“εν ανθρώποις πάσι και Ελλήσι και βαρβάροις” (Νόμοι Γ 687 α).

Ο Πλάτων θεωρούσε τους Έλληνες, ως λαό του λόγου και ουσιώδες γνώρισμα του Ελληνικού ανθρωπίνου τύπου το φιλομαθές και το φιλόσοφο, αντίθετα γνώρισμα των βαρβάρων το θυμοειδές, το επιθυμητικό και το φιλοχρήματο, γνωρίσματα κατά τον ίδιον κατώτερα.

Ο Πλάτων υπερτάσσει το κοινό συμφέρον ολόκληρης της Ελλάδας, από εκείνο των πόλεων – κρατών, ακριβώς λόγω της βαθειάς Εθνικής του συνειδήσεως. Να και η θέση του σ’ ένα διαχρονικό πρόβλημα του Ελληνισμού : Στην Η’ επιστολή (353 ε) εκφράζει έντονα τον φόβο του για την απειλουμένη έκλειψη της Ελληνικής γλώσσας στην Σικελία.

Αλήθεια, σήμερα ποιός πνευματικός άνθρωπος ανησύχησε για τον ίδιο ακριβώς κίνδυνο, που και σήμερα υφίσταται, σε μεγαλύτερο μάλιστα βαθμό, στην Ν. Ιταλία και στην Σικελία; Ο Πλάτων μάλιστα υποδεικνύει το καθήκον των ομογλώσσων και ομοφύλων“τούτων δε χρή πάση προθυμία πάντας τους Έλληνας τέμνειν φάρμακον”.

Την Εθνική συνείδηση του Πλάτωνα μαρτυρά και η προσήλωσή του στην Ελληνική παράδοση. Αναφερόμενος στα Τρωϊκά, όπως και ο Όμηρος, αποκαλεί τους Έλληνες Αχαιούς, σέβεται το Μαντείο των Δελφών, της Δωδώνης και τον “πάτριον θεόν”.Γνήσια Ελληνικός είναι και ο Νόμος του περί συμμετοχής στους Τέσσερις Πανελλήνιους Αγώνες, που θα αποτελούσαν και σοβαρούς παράγοντες της ηθικής συνοχής του Ελληνισμού.

Αλλά η τρανοτέρα εκδήλωση της Εθνικής συνειδήσεως του Πλάτωνος, είναι η παραδοχή του ότι η υπό ίδρυση ιδεώδης ΠΟΛΙΤΕΙΑ του θα είναι ΕΛΛΗΝΙΚΗ:
”Ην συ πόλιν οικίζεις, ούχ Ελληνίς έσται;
Δεί γι’ αυτήν, έφη” (Πολ.470 ε).

ΕΛΛΑΣ

Πηγή: (Ε.Ε.Ε.)
Διαβάστε περισσότερα...